δηθύνω

δηθύνω, [tense] pres. and [tense] impf. only, [dialect] Ep. subj.
A

δηθύνῃσθα Od.12.121

: ([etym.] δηθά):—tarry, delay, Il.6.503, AP5.222.6 (Maced.); of disease, to be prolonged, Aret.SD1.2; δ. οὔασι to be slow of hearing, Orph.L. 467.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δηθύνω — (Α) [δηθά] 1. χρονοτριβώ, καθυστερώ 2. (για ασθένειες) παρατείνομαι 3. «οὔασι δηθύνω» βαριακούω …   Dictionary of Greek

  • δηθύνω — δηθύ̱νω , δηθύνω tarry aor subj act 1st sg δηθύ̱νω , δηθύνω tarry pres subj act 1st sg δηθύ̱νω , δηθύνω tarry pres ind act 1st sg δηθύ̱νω , δηθύνω tarry aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δηθύνοντ' — δηθύ̱νοντα , δηθύνω tarry pres part act neut nom/voc/acc pl δηθύ̱νοντα , δηθύνω tarry pres part act masc acc sg δηθύ̱νοντι , δηθύνω tarry pres part act masc/neut dat sg δηθύ̱νοντι , δηθύνω tarry pres ind act 3rd pl (doric) δηθύ̱νοντε , δηθύνω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δηθύνετον — δηθύ̱νετον , δηθύνω tarry aor subj act 3rd dual (epic) δηθύ̱νετον , δηθύνω tarry aor subj act 2nd dual (epic) δηθύ̱νετον , δηθύνω tarry pres imperat act 2nd dual δηθύ̱νετον , δηθύνω tarry pres ind act 3rd dual δηθύ̱νετον , δηθύνω tarry pres ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δηθύνῃ — δηθύ̱νῃ , δηθύνω tarry aor subj mid 2nd sg δηθύ̱νῃ , δηθύνω tarry aor subj act 3rd sg δηθύ̱νῃ , δηθύνω tarry pres subj mp 2nd sg δηθύ̱νῃ , δηθύνω tarry pres ind mp 2nd sg δηθύ̱νῃ , δηθύνω tarry pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δηθύνει — δηθύ̱νει , δηθύνω tarry aor subj act 3rd sg (epic) δηθύ̱νει , δηθύνω tarry pres ind mp 2nd sg δηθύ̱νει , δηθύνω tarry pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δηθύνουσι — δηθύ̱νουσι , δηθύνω tarry aor subj act 3rd pl (epic) δηθύ̱νουσι , δηθύνω tarry pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) δηθύ̱νουσι , δηθύνω tarry pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δηθύνουσιν — δηθύ̱νουσιν , δηθύνω tarry aor subj act 3rd pl (epic) δηθύ̱νουσιν , δηθύνω tarry pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) δηθύ̱νουσιν , δηθύνω tarry pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δήθυνε — δήθῡνε , δηθύνω tarry pres imperat act 2nd sg δήθῡνε , δηθύνω tarry aor ind act 3rd sg (homeric ionic) δήθῡνε , δηθύνω tarry imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δήθυνον — δήθῡνον , δηθύνω tarry aor imperat act 2nd sg δήθῡνον , δηθύνω tarry imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) δήθῡνον , δηθύνω tarry imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δηθύνεις — δηθύ̱νεις , δηθύνω tarry aor subj act 2nd sg (epic) δηθύ̱νεις , δηθύνω tarry pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.